θύτης

θύτης
ο, θηλ. θύτις και θύτρια (Α θύτης και δωρ. τ. θύτας, θηλ. θύτις) [θύω (I)]
νεοελλ.
1. μτφ. αυτός που προκαλεί μεγάλη υλική ή ηθική ζημιά, ο ζημιωτής
2. αυτός που προκαλεί την εξόντωση πολλών ατόμων, ο σφαγιαστής, ο εξολοθρευτής
νεοελλ.-μσν.
ο ιερέας που προσφέρει τη θυσία
αρχ.
θυσιαστής ή μάντης.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • θύτης — sacrificer masc nom sg θυτήρ sacrificer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύτης — ο 1. αυτός που εκτελεί τις θυσίες: Στην αρχαιότητα θύτες ήταν οι ιερείς. 2. αυτός που σκοτώνει, ο σφαγιαστής. 3. αυτός που προκαλεί ζημιά, καταστροφή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θύται — θύτης sacrificer masc nom/voc pl θύτᾱͅ , θύτης sacrificer masc dat sg (doric aeolic) θυτήρ sacrificer masc nom/voc pl θύτᾱͅ , θυτήρ sacrificer masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυτῶν — θύτης sacrificer masc gen pl θυτήρ sacrificer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύταις — θύτης sacrificer masc dat pl θυτήρ sacrificer masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύτην — θύτης sacrificer masc acc sg (attic epic ionic) θυτήρ sacrificer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύτου — θύτης sacrificer masc gen sg θυτήρ sacrificer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύτα — θύτᾱ , θύτης sacrificer masc nom/voc/acc dual θύτης sacrificer masc voc sg θύτᾱ , θύτης sacrificer masc gen sg (doric aeolic) θύτης sacrificer masc nom sg (epic) θύτᾱ , θυτήρ sacrificer masc nom/voc/acc dual θυτήρ sacrificer masc voc sg θύτᾱ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωοθύτης — ζῳοθύτης, ὁ (Α) αυτός που θυσιάζει ζώα, ο θυσιαστής ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζω(ο) (ΙΙ)* + θύτης (< θύω) πρβλ. ιερο θύτης, μηλο θύτης] …   Dictionary of Greek

  • ιεροθύτης — ἱεροθύτης, δωρ. τ. ἱεροθύτας, ὁ (Α) ιερέας που τελούσε τις θυσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + θύτης (< θύω), πρβλ. επι θύτης, συν θύτης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”